Έγραψαν

Προσωπογραφίες Βαβάτση

« Έχω ένα εσωτερικό που αγνοούσα.
Όλα τώρα πηγαίνουν εκεί μέσα.
Δεν ξέρω τι συμβαίνει εκεί».
Rainer Maria Rilke

Οι προσωπογραφίες του Νίκου Βαβάτση λειτουργούν σαν καθρέφτες. Με το πρώτο βλέμμα φαίνονται σαν παραμορφωτικοί του ανθρώπινου προσώπου, καθώς τα χαρακτηριστικά του «θάβονται» κάτω από αλληλοεπικαλυπτόμενες, επίμονες και αδρές πινελιές, που αποδομούν αυτή τη μαγική συνάρτηση που συνθέτει τη μοναδικότητα κάθε προσώπου. Σε πολλά έργα, μάλιστα, είναι σχεδόν δύσκολο να διακριθεί αμέσως το θέμα, δηλαδή το πρόσωπο. Είναι τόσο αφαιρετική η προσέγγιση, που μοιάζει με παραμόρφωση, δηλαδή με στρέβλωση της μορφής, η οποία αποτελεί το πρώτο υλικό για την αναγνώριση του άλλου.

Κάτω, όμως, από τα στρώματα που αφήνει το πινέλο, κάτι διαφαίνεται. Κάτι μοιάζει να διασώζεται από την «επιθετικότητα» του καλλιτέχνη. Τα μάτια σ’ ένα πρόσωπο, η μύτη ή το στόμα σ’ ένα άλλο είναι τα σήματα που επιτρέπουν στον δέκτη ν’ αντιληφθεί ότι το έργο δεν είναι τίποτα άλλο από ένα πρόσωπο, ένα μοναδικό πρόσωπο. Αρκεί βέβαια να τηρηθεί μια αναγκαία συνθήκη: η απόσταση από το έργο. Γιατί η εγγύτητα μ’ αυτό αποκαλύπτει μεν την τεχνική του δημιουργού, που παραμορφώνει για να αποκαλύψει, αλλά «σκοτώνει» το έργο, καθώς ο δέκτης δεν μπορεί να συλλάβει την εικόνα. Η απόσταση, αντίθετα, επιτρέπει εκείνο το βλέμμα που όχι μόνο αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη μορφή, αλλά- κυρίως-συνειδητοποιεί την πρόθεση του δημιουργού.

Όταν δεν αναπαρίσταται πιστά η ιδιαίτερη μορφή ενός προσώπου, τι μένει από το πρόσωπο; Πώς γίνεται αντιληπτή η μοναδικότητά του; Πώς διαχωρίζεται από τα άλλα πρόσωπα; Εδώ ο δημιουργός επιλέγει εκείνα τα σημεία του προσώπου που αφήνει να φανούν να λειτουργήσουν σαν πύλες που ανοίγουν ένα δρόμο προς τα μέσα, προς το εσωτερικό της ύπαρξης, προς εκείνη την περιοχή όπου κατοικεί ουσιαστικά η μοναδικότητα κάθε ανθρώπου. Την περιοχή των συναισθημάτων. Μάλιστα η διάλυση των περιγραμμάτων των προσώπων διευκολύνει την είσοδο στο εσωτερικό, γιατί το βλέμμα δεν διαχέεται, αλλά συγκεντρώνεται και γι’ αυτό μπορεί και διεισδύει.

Τα θραύσματα των προσώπων που απεικονίζονται στον καμβά φέρουν –παρά την αποσπασματικότητά τους- ένα όλον: ένα πλήρες, μεστό συναίσθημα ή μια συναισθηματική κατάσταση, αδιακρίτως του ποια είναι αυτή. Η αποφασιστικότητα, η προσμονή, η θλίψη, η απογοήτευση, η αίσθηση της ήττας, ο φόβος, μια λανθάνουσα χαρά που διστάζει να εκτονωθεί είναι αυτό που, τελικά, βλέπει ο θεατής, και μάλιστα θα’ λεγε κανείς ότι δεν τα βλέπει απλώς, αλλά αρπάζεται απ’ αυτά, βυθίζεται σ’ αυτά. Και εδώ συμβαίνει κάτι εκπληκτικό. Η μοναδικότητα της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης συναντά την καθολικότητα των συναισθημάτων και το έργο λειτουργεί πια όχι σαν παραμορφωτικός καθρέφτης, αλλά σαν καθρέφτης της ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Η οποία- πεπερασμένη καθώς είναι- διαλύεται σαν σκιά, αφού όμως πρώτα αφήσει το δικό της ίχνος, μοναδικό και καθολικό ταυτόχρονα. Και μοιάζει αυτή η σειρά έργων να αποτυπώνει εύγλωττα αυτό που έγραφε ο Αρθούρος Ρεμπώ: «Η αληθινή ζωή είναι απούσα, δεν είμαστε στον κόσμο».

Μαρία Πατρώνου , 6-6-2015
Φιλόλογος