Έγραψαν

Το έργο του Νίκου Βαβάτση είναι ιδιαίτερα σύνθετο και ιδιότυπο.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980,που πρωτοεμφανίστηκε στα καλλιτεχνικά δρώμενα, έως σήμερα, με ζωγραφικά έργα θεατρικών σκηνικών, τοιχογραφικά σύνολα σε δημοτικούς χώρους και αυτόνομα, ζωγραφικά έργα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990,έχει δώσει τον ορίζοντα της αισθητικής και των ανησυχιών του, συνεχίζοντας να αναζητά εκφραστικούς τρόπους, για να αναδείξει ουσίες της ζωής.

Κατά τη χρονική περίοδο 2007-2009 η ιδιόμορφη ανασυγκρότηση του αστικού και φυσικού τοπίου, οι προβολές τους στο χώρο με νοητικές επεκτάσεις, σα να περικλείουν πυρήνες των χώρων, όπου διαδραματίζονται διαδρομικές εναλλαγές και αναδύονται στην επιφάνεια λεπταίσθητες χροιές τους, είναι στοιχεία που συνιστούν την προσωπική, εικαστική του ιδιαιτερότητα, τον ουσιαστικό λόγο της καλλιτεχνικής του πράξης.

Σ’ αυτές τις αναζητήσεις η ανθρώπινη μορφή, θα περιοριστεί σε λιγοστές συνθέσεις, όταν το καθαυτό περιεχόμενο της εικόνας επιβάλλει την παρουσία της, για να ενεργοποιήσει τη συνέργεια με το περιβάλλον στο οποίο είναι ενταγμένη.

Το 2007,τα αστικά τοπία θα κυριαρχήσουν, διαμορφωμένα σε μια ευρύτερη διάσταση. Με υψομετρικές διαφορές τα κτίσματα δίνονται με θερμές, χρωματικές μίξεις και αφηρημένες επιφάνειες, που δημιουργούν ποικιλόσχημους, γεωμετρικούς πυρήνες, τοποθετημένους τον ένα επάνω στον άλλο. Η κατακόρυφη ανάπτυξή τους παραπέμπει σε λίθινους ογκοπλασμούς, πάνω στους οποίους τα πύρινα χρώματα, κόκκινο και πορτοκαλί, σχηματίζουν εγγραφές που αντανακλούν ενέργεια, ως φλεγόμενες εστίες.

Με την ίδια αντίληψη θα αποδώσει και τα νυχτερινά, αστικά τοπία, βυθίζοντάς τα σε μαύρο φόντο. Η φορμαλιστική συστηματικότητα με την οποία θεμελιώνει τα έργα αυτά, υποκρύπτει πράξη γνώσης και ευαισθησίας, απέναντι σε ουσιαστικότερες δομές που στερεώνουν τη ζωή, στα όρια μιας υπαρξιακής πραγμάτωσης.

Το 2008 θα συνεχίσει με τα αστικά τοπία, μόνον που τώρα, τα γκρίζα χρώματα θα κυριαρχήσουν. Στη δομική σύστασή τους με τις αραιοδουλεμένες, κίτρινες, θεές, γκριζογάλανες και πορτοκαλιές αποχρώσεις, η εννοιολογική υπόστασή τους είναι άρρηκτα δεμένη με μια εσωτερική λογική, με τη δύναμη εγγραφής ενός εσωτερικού ακούσματος, μιας έκφανσης της ίδιας της ζωής, που αντανακλά τον κόσμο γύρω και ταυτίζεται με τα συναισθήματα του ίδιου του δημιουργού.

Παράλληλα αρχίζει να δημιουργεί συνθέσεις με θέματα παρμένα από τη φύση, μεγιστοποιώντας στοιχεία της. Γιγάντια μανιτάρια πάνω σε μεγάλες επιφάνειες, θα γίνουν σύμβολα ζωής και θανάτου, ενώ η αέναη ροή του νερού ποταμών, με κλαδιά δέντρων που παρασύρονται στο πέρασμά του και εμφαίνονται ως νευρώνες, θα πρωταγωνιστήσουν μεγενθυμένα, μετουσιώνοντας σε τέχνη ελκτική ένα θέαμα, που βασίζεται στη συστηματική παρατήρηση και τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Βαβάτση.
Με όψεις του φυσικού περιβάλλοντος θα συνεχίσει να ασχολείται και τον επόμενο χρόνο, (2009) χρησιμοποιώντας, στις προβολές στοιχείων του, εναλλαγές ψυχρών και θερμών χρωμάτων, ανάλογα κάθε φορά, με τις συμβολές τους στις αναζητήσεις του.

Λόγω της αφηρημένης διατύπωσής τους είναι τα χρώματα που θα καθορίσουν περισσότερο την εννοιολογικής τους κατεύθυνση, όπως λχ το κόκκινο, που σηματοδοτεί τον απεγκλωβισμό και τη λύτρωση.
Χωρίς, ωστόσο, να εγκαταλείπει τα αστικά τοπία, θα εντάξει σ’ αυτά ακαθόριστες φιγούρες, ποικίλης κλίμακας και θέσης, με ιδεογραμματικούς χαρακτήρες, προτάσσοντας, έτσι, την αλληλένδετη σχέση τους με χώρους εγκατοίκησης και χρήσης, τις φανερές και εν κρυπτώ δράσεις τους σ’ αυτούς, τη σημασιολογία βιωματικών σχέσεων.

Την περίοδο αυτή στρέφεται και σε συνθέσεις, όπου συνωθούνται από τμήματα αντικειμένων και ποικίλων άλλων υλικών στοιχείων, άμεσα συνδεδεμένων με τις ανθρώπινες δραστηριότητες, συνιστώντας, με τις αλληλοεπικαλύψεις τους ,μια περιδιάβαση σε αλληλένδετες εικόνες και, μέσω αυτών, σε απόηχους των δημιουργημένων συναισθημάτων του ίδιου του δημιουργού, για όσα διαδραματίζονται στην εποχή μας και αφορούν κάθε σκεπτόμενο και προβληματισμένο άνθρωπο.

Πρόκειται για συνειρμούς μιας υπαρξιακής αγωνίας, όταν οι συνθήκες, σε κάθε εκδήλωση της ζωής, πυροδοτεί εκρήξεις, με αποτέλεσμα την καταστροφή όσων έχουν δημιουργηθεί.

Οι κατευθύνσεις του Βαβάτση δεν είναι τυχαίες. Οι γραφές του, τα σχήματα, τα χρώματα, τα υλικά - κόλλες, άμμος, γύψος, πανιά, ακρυλικός στόκος, χαρτιά, λινάτσες, κ.α. - σκιαγραφούν μια συλλογιστική καταδήλωσης προσωπικών θεωριών, κρυπτικών σε κάποιο βαθμό, ικανών να λειτουργήσουν ως κινητήρια δύναμη μιας αμφίδρομης επικοινωνίας, που ναι μεν μεταφέρει πληροφορίες, γεννά όμως και ερωτήματα.

Έλλη Κοκκίνη-Καπλάνη
Ιστορικός, Κριτικός Τέχνης